Κάποτε στο Μιλάνο, φοιτητές του φημισμένου Πανεπιστημίου «La Bocconi» ρώτησαν τον Σάκκι, πως γίνεται να σας έχουν αναθέσει τον πάγκο της Μίλαν χωρίς να έχετε παίξει ποτέ σας ποδόσφαιρο. Ο πανέξυπνος Αρρίγκο τους κοίταξε, χαμογέλασε και τους αποστόμωσε με μία φαρμακερή ατάκα: «Δεν θυμάμαι ποτέ έναν καλό αναβάτη, που να χρειάστηκε πρώτα να κάνει και το άλογο…».
Ήταν το 1987, η Πάρμα του είχε μόλις αποκλείσει τη Μίλαν από το Κύπελλο, με νίκες μέσα έξω και ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι (που από πολιτική μπορεί να μην είχε ιδέα, αλλά για τη μπάλα έκοβε το μάτι του, όσο λίγοι), του ανέθετε με λευκό συμβόλαιο τις τύχες των «Rossoneri» που μέσα σε δύο χρόνια θα κατακτούσαν την Ιταλία, την Ευρώπη, αλλά και τον Κόσμο.
Ήταν η εποχή που ο Σάκκι είχε μόλις πάρει το δίπλωμα προπονητή 1ης κατηγορίας αποκλειστικά και μόνο διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας, γιατί από μπάλα ζήτημα να είχε ψευτοπαίξει, ως δεξί μπακ στη Μπαράκκα Λούγκο μίας ομάδα της Serie D.
Ήταν η εποχή που, στην Πάρμα τον αντικαθιστούσαν με τον Τσέχο, Ζντένεκ Ζέμαν, που επίσης δεν είχε πάει πέρα των νεανικών ομάδων της Σλάβια Πράγας. Αλλά και η εποχή που, στο Μοντεκάρλο ανέθεταν τον πάγκο της Μονακό στον παγκοσμίως άγνωστο Αρσέν Βενγκέρ ο οποίος ανέμελος και ξέγνοιαστος ετοιμαζόταν ν’ αναλάβει το οικογενειακό μπαρ στην Αλσατία.
Κάπως έτσι, κατά λάθος θα ξεκινούσε πριν από 25 χρόνια και η καριέρα του Ζοσέ Μουρίνιο ο οποίος, στα νιάτα του ζήτημα να είχε παίξει 60 φορές, και μάλιστα ως μετριότατος μέσος επιθετικός στις άγνωστες Σεσίμπρα και Κομέρσιο & Ιντούστρια. Μία ωραία ημέρα και επειδή ήταν από τους λίγους που μιλούσαν αγγλικά, του πρότειναν να κάνει τον μεταφραστή του Μπόμπι Ρόμπσον, στη Σπόρτινγκ Λισσαβόνας, μετά τον ακολούθησε σε Πόρτο και Μπαρτσελόνα, εκεί συνέχισε να μεταφράζει και για τον Φαν Γκαλ, κάποια στιγμή προβιβάστηκε σε βοηθό του ανοίγοντας μετά τα φτερά του στη Μπενφίκα.
Εάν, λοιπόν οι Σάκκι, Βενγκέρ, Ζέμαν ή Μουρίνιο θεωρούνταν κάποτε η εξαίρεση του κανόνα εδώ και μερικά χρόνια έχει γίνει κανονικότατη, και απόλυτα λογική η τάση να προσλαμβάνονται προπονητές που ουδέποτε είχαν κλωτσήσει μία μπάλα σ’ επαγγελματικό επίπεδο.
Το επιβεβαιώνουν και οι αριθμοί, σύμφωνα με τους οποίους, από τους 96 πάγκους των 5 μεγαλύτερων, ευρωπαϊκών πρωταθλημάτων οι 26 βρίσκονται στα χέρια προπονητών, είτε που δεν έπαιξαν ποτέ ποδόσφαιρο, είτε που αγωνίστηκαν, για λίγο σε μικρότερες, έως ερασιτεχνικές κατηγορίες. Και δεν είναι λίγοι, αλλά περισσότεροι από τον έναν στους τέσσερις.
Για παράδειγμα, ο Σάρρι (Λάτσιο) δούλευε μέχρι τα 46 του σε τράπεζα. Ο Ρούναιτς (Ουντινέζε) υπήρξε για μία 20ετία βοηθός σε διάφορες γερμανικές ομάδες. Ο Αρασάτε (Μαγιόρκα) ήταν καθηγητής φυσικής αγωγής. Ο Χούρτζελερ (Μπράιτον) έπαιξε μέχρι τα 22 του στην 3η ομάδα της Μπάγερν Μονάχου. Ο Λε Μινιάν (Μετς) ήταν καθηγητής Ιστορίας. Ο Πόλτζιν (Αμβούργο) σταμάτησε τη μπάλα στα 21. Ο Μπορνταλάς (Χετάφε) μάζευε τα καλοκαίρια καρπούζια.
Ο Βέρνερ (Λειψία) ήταν κηπουρός στην Αυστραλία. Ο Φρανκ (Τόττεναμ) σταμάτησε το ποδόσφαιρο στα… 8. Ο Κορμπεράν (Βαλένθια, που το ’22 είχε καθίσει για 11 παιχνίδια και στον πάγκο του Ολυμπιακού) ήταν τερματοφύλακας κάποιας ερασιτεχνικής Ριμπαρόλα. Ο Κουέστα (Πάρμα) είχε απλά την τύχη να προβιβαστεί σε βοηθό του Αρτέτα στην Άρσεναλ. Ενώ ο Σαζ (Λανς), ερασιτέχνης ποδοσφαιριστής έως τα 24 ακολούθησε τον ανάποδο δρόμο καταλήγοντας από σκαόυτερ και γενικό διευθυντή μίας Ακαδημίας στο Κατάρ, εντελώς τυχαία στον πάγκο της Λιόν.
Αυτές ήταν μερικές ιστορίες προπονητών που μπορεί να διδάσκουν ποδόσφαιρο, αλλά χωρίς να έχουν ουδέποτε παίξει σε υψηλό, επαγγελματικό επίπεδο. Υπάρχουν όμως κι εκείνοι που, ακόμη χειρότερα δεν έπαιξαν καθόλου ή σχεδόν και βρέθηκαν το ίδιο στην κορυφή αποκλειστικά και μόνο χάρη στο ταλέντο τους να διαβάζουν και να αναλύουν την Τέχνη των στατιστικών σ’ ένα κομπιούτερ.
Είναι η λεγόμενη γενιά των «προπονητών του laptop», με διασημότερους εκπροσώπους τους Γερμανούς, Νάγκελσμαν (εθνική Γερμανίας), Τούχελ (εθνική Αγγλίας) και Τεντέσκο (εθνική Βελγίου), που το ποδόσφαιρο το έμαθαν μόνο μέσω μίας οθόνης φτάνοντας το ίδιο στην κορυφή.