Μια σπάνια και πολιτικά φορτισμένη παρέμβαση από την τουρκική διπλωματική σχολή έρχεται να ταράξει τα καθιερωμένα αφηγήματα της Άγκυρας για το Αιγαίο. Ο έμπειρος Τούρκος διπλωμάτης και πρώην πρέσβης Σελίμ Κουνεράλπ, σε δημόσιο κείμενό του για τα ελληνοτουρκικά, προχωρά σε αποδόμηση κεντρικών τουρκικών ισχυρισμών, θέτοντας υπό αμφισβήτηση τόσο τη νομική βάση της «Γαλάζιας Πατρίδας» όσο και το διαχρονικό αφήγημα περί «γκρίζων ζωνών» και αποστρατιωτικοποίησης.

Ο Κουνεράλπ δεν είναι μια περιθωριακή φωνή. Πρόκειται για διπλωμάτη με μακρά πορεία στο τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών, με θητεία ως πρέσβης στη Σουηδία και στη Νότια Κορέα, επικεφαλής της μόνιμης αντιπροσωπείας της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, ενώ αργότερα ανέλαβε και υψηλές θέσεις στον τομέα του Ενεργειακού Χάρτη. Η δημόσια τοποθέτησή του αποκτά έτσι ιδιαίτερη σημασία, ακριβώς επειδή προέρχεται από άνθρωπο που υπηρέτησε για δεκαετίες το τουρκικό κράτος και γνωρίζει σε βάθος τόσο τη νομική όσο και τη διπλωματική διάσταση των ελληνοτουρκικών.

Στην ανάλυσή του, ο Τούρκος πρώην πρέσβης αφήνει σαφείς αιχμές κατά του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας», υποστηρίζοντας ουσιαστικά ότι η τουρκική ανάγνωσή του δεν αντέχει σε σοβαρό διεθνές νομικό έλεγχο. Ειδικά ως προς τις θαλάσσιες ζώνες, επισημαίνει ότι δεν μπορεί να παρακάμπτονται μεγάλα ελληνικά νησιά, όπως η Κρήτη και η Ρόδος, σαν να μην υπάρχουν, παραδοχή που πλήττει στον πυρήνα του το τουρκικό αναθεωρητικό σχήμα. Η θέση αυτή αποκτά ακόμα μεγαλύτερη βαρύτητα σε μια συγκυρία όπου η Άγκυρα εξακολουθεί δημόσια να επικαλείται το συγκεκριμένο δόγμα στις αντιπαραθέσεις με την Αθήνα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αναφορά του στο ζήτημα των Ιμίων. Ο Κουνεράλπ παραδέχεται, σύμφωνα με την επιχειρηματολογία που αναπτύσσει, ότι με βάση τη Συνθήκη της Λωζάνης, νησίδες που βρίσκονται πέραν των τριών μιλίων από τις μικρασιατικές ακτές δεν μπορούν να ενταχθούν αυτομάτως στην τουρκική κυριαρχία. Μάλιστα, σημειώνει ότι για δεκαετίες η Άγκυρα δεν είχε ανακινήσει θέμα κυριότητας στα Ίμια, κάτι που αποδυναμώνει την κατοπινή τουρκική γραμμή περί αμφισβητούμενου καθεστώτος.

Στο μέτωπο της αποστρατιωτικοποίησης, η προσέγγισή του είναι επίσης αποκαλυπτική. Ο πρώην πρέσβης υπενθυμίζει ότι η Τουρκία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Συνθήκη των Παρισίων για τα Δωδεκάνησα, ενώ για τα νησιά του Βορείου Αιγαίου επισημαίνει πως το άρθρο 13 της Λωζάνης δεν προβλέπει πλήρη αποστρατιωτικοποίηση, αλλά συγκεκριμένους περιορισμούς. Με τον τρόπο αυτό αμφισβητεί την πάγια τουρκική θέση ότι η Ελλάδα παραβιάζει ξεκάθαρες διεθνείς δεσμεύσεις.

Δεν περνά απαρατήρητη ούτε η αναφορά του στην Ίμβρο και την Τένεδο. Ο Κουνεράλπ υπενθυμίζει ότι η Τουρκία δεν εφάρμοσε ποτέ ουσιαστικά το άρθρο 14 της Λωζάνης, το οποίο προέβλεπε ειδικό καθεστώς για τα δύο νησιά. Πρόκειται για υπενθύμιση με βαρύ ιστορικό φορτίο, καθώς αγγίζει μία από τις πιο ευαίσθητες πτυχές της ελληνοτουρκικής διαφοράς, εκεί όπου η τουρκική κρατική πρακτική έρχεται σε αντίθεση με τις ίδιες τις διεθνείς της υποχρεώσεις.

Το γενικό συμπέρασμα του Τούρκου διπλωμάτη είναι ίσως το πιο αποκαλυπτικό σημείο της παρέμβασής του: εκτιμά ότι η σημερινή επιλογή της Άγκυρας να κρατά τα περισσότερα ζητήματα «παγωμένα» είναι στην πραγματικότητα η μόνη ρεαλιστική στάση, αφού μια προσφυγή σε διεθνή δικαιοδοτικά όργανα θα μπορούσε να οδηγήσει σε αποφάσεις πολύ πιο περιορισμένες από τις μαξιμαλιστικές προσδοκίες που έχει καλλιεργήσει η τουρκική ηγεσία στο εσωτερικό της χώρας. Η εκτίμηση αυτή συνιστά έμμεση αλλά σαφή παραδοχή ότι η τουρκική ρητορική στο Αιγαίο συχνά υπερβαίνει τα όρια που θα άντεχε μια διεθνής νομική κρίση.

Η παρέμβαση Κουνεράλπ έχει, επομένως, διπλή σημασία. Από τη μία, φωτίζει τις αντιφάσεις της τουρκικής επιχειρηματολογίας από τα μέσα. Από την άλλη, προσφέρει στην ελληνική πλευρά ένα επιχείρημα με ξεχωριστό ειδικό βάρος, ακριβώς επειδή δεν προέρχεται από Έλληνα αναλυτή ή δυτικό παρατηρητή, αλλά από πρώην υψηλόβαθμο εκπρόσωπο της ίδιας της τουρκικής διπλωματίας. Σε μια περίοδο όπου η «Γαλάζια Πατρίδα» παραμένει βασικό στοιχείο της ρητορικής της Άγκυρας, η συγκεκριμένη φωνή δείχνει ότι ακόμη και στο εσωτερικό της Τουρκίας υπάρχουν κύκλοι που αντιλαμβάνονται πως ο νομικός και ιστορικός πυρήνας αυτών των διεκδικήσεων είναι πολύ πιο εύθραυστος απ’ όσο παρουσιάζεται δημοσίως.